ἐριγηθής

ἐρι-γηθής, ές,
A very joyful, Orph.L.Prooem. 24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριγηθής — ἐριγηθής, ές (Α) περιχαρής, χαρμόσυνος («ἐριγηθῇ νίκην», Ορφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + γηθής (< γήθος «χαρά»] …   Dictionary of Greek

  • ἐριγηθέα — ἐριγηθής very joyful neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐριγηθής very joyful masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.